Κάθε παιδί συναντά τον κόσμο με τον δικό του τρόπο. Παρατηρεί, αισθάνεται, αναζητά, αντιδρά και συνδέεται μέσα από τη δική του εμπειρία. Έχει τον δικό του ρυθμό, την ιδιοσυγκρασία, τις δυνατότητες και τις ευαισθησίες του. Καθώς μεγαλώνει, διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί όσα του συμβαίνουν, σχετίζεται με τους άλλους και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.
Οι σημαντικές σχέσεις της ζωής του αποτελούν το πρώτο περιβάλλον μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η πορεία. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει αν όσα αισθάνεται μπορούν να βρουν χώρο, αν η φωνή του ακούγεται, αν η διαφορετική του οπτική γίνεται σεβαστή. Μαθαίνει τι συμβαίνει όταν προσπαθεί και αποτυγχάνει, όταν θυμώνει, όταν διαφωνεί, όταν χρειάζεται βοήθεια ή όταν συναντά ένα όριο.
Πολλά από αυτά χτίζονται στις μικρές, επαναλαμβανόμενες στιγμές της καθημερινότητας: στο βλέμμα που συναντά το δικό του όταν μιλά, στον χρόνο που του δίνεται για να βρει τις λέξεις του, στον τρόπο με τον οποίο ο ενήλικας ανταποκρίνεται σε μια δύσκολη στιγμή, στο όριο που τίθεται με σταθερότητα και σεβασμό. Κυρίως, στο γνήσιο ενδιαφέρον να γνωρίζουμε ουσιαστικά το παιδί που έχουμε απέναντί μας σήμερα και να παραμένουμε ανοιχτοί σε όσα συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε καθώς εκείνο εξελίσσεται.
Να κατανοούμε την εμπειρία του παιδιού
Οι ενήλικες διαθέτουμε περισσότερη εμπειρία, μπορούμε να προβλέψουμε συνέπειες και έχουμε την ευθύνη να προστατεύουμε, να καθοδηγούμε και να θέτουμε όρια. Αυτή η εμπειρία, όμως, δεν μας δίνει αυτομάτως πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο βιώνει το ίδιο το παιδί όσα του συμβαίνουν.
Η ίδια κατάσταση μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα για δύο παιδιά. Μια αλλαγή μπορεί να κινητοποιήσει το ένα και να αναστατώσει το άλλο. Μια δυσκολία που στα μάτια του ενήλικα φαίνεται μικρή μπορεί να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για ένα παιδί. Ακόμη και μια αντίδραση που αρχικά μοιάζει υπερβολική ή ακατανόητη μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή όταν αναζητήσουμε τι προηγήθηκε και πώς βίωσε το ίδιο το παιδί την κατάσταση.
Η ουσιαστική κατανόηση ξεκινά από το ενδιαφέρον για την εμπειρία του άλλου: να ακούμε πριν ερμηνεύσουμε, να ρωτάμε πριν συμπεράνουμε, να αναζητούμε τι σημαίνει για εκείνο αυτό που συμβαίνει.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με κάθε αντίδραση, επιθυμία ή επιλογή του. Χρειάζεται, όμως, να προσπαθούμε να κατανοήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε τι βιώνει το παιδί στο οποίο ανταποκρινόμαστε.
Όταν ένα παιδί αισθάνεται ότι κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να το καταλάβει, αποκτά σταδιακά περισσότερα μέσα για να κατανοεί και το ίδιο τον εαυτό του: να αναγνωρίζει όσα αισθάνεται, να τα συνδέει με όσα του συμβαίνουν και να βρίσκει τρόπους να τα εκφράζει.
Πριν βοηθήσουμε ένα παιδί να καταλάβει τι του συμβαίνει, χρειάζεται να έχουμε προσπαθήσει να το καταλάβουμε εμείς.
Να ακούγεται και όταν διαφωνούμε
Η φωνή του παιδιού χρειάζεται να έχει ουσιαστική θέση μέσα στη σχέση. Να μπορεί να εκφράζει αυτό που σκέφτεται, αισθάνεται και επιθυμεί, γνωρίζοντας ότι όσα λέει θα αντιμετωπιστούν με ενδιαφέρον και σεβασμό.
Το να ακούμε ένα παιδί δεν σημαίνει ότι του μεταφέρουμε αποφάσεις και ευθύνες που αντιστοιχούν στον ενήλικα. Σημαίνει ότι η δική του οπτική αποτελεί μέρος όσων λαμβάνουμε υπόψη, ακόμη και όταν η τελική απόφαση είναι διαφορετική από αυτή που θα ήθελε.
Κάποιες φορές χρειάζεται τη βοήθειά μας για να βρει μια λύση. Άλλες χρειάζεται πρώτα να μπορέσει να εκφράσει όσα βιώνει.
Να ακούσουμε τον θυμό του πριν προσπαθήσουμε να τον κατευνάσουμε. Να αναγνωρίσουμε την απογοήτευσή του πριν αναζητήσουμε την επόμενη λύση. Να αφήσουμε θέση στη λύπη του αντί να βιαστούμε να την κάνουμε μικρότερη. Να ενδιαφερθούμε για τον ενθουσιασμό του, ακόμη κι όταν αφορά κάτι που για εμάς μοιάζει ασήμαντο.
Έτσι το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να εκφράζει την εμπειρία του με ειλικρίνεια και να παραμένει κοντά σε έναν άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Η διαφωνία δεν χρειάζεται να απειλεί τη σύνδεση ούτε να καταλήγει στην επικράτηση της μίας πλευράς. Μπορεί να γίνει ένας από τους τρόπους με τους οποίους το παιδί αναγνωρίζει τη δική του θέση και μαθαίνει να ακούει τη θέση του άλλου.
Η φωνή του διατηρεί την αξία της ακόμη και όταν η απάντηση που θα πάρει δεν είναι αυτή που επιθυμεί.
Αποδοχή που δεν χρειάζεται να κερδηθεί
Τα παιδιά αντιλαμβάνονται από πολύ νωρίς τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόμαστε σε διαφορετικές πλευρές τους. Παρατηρούν τι μας ευχαριστεί, ποιες συμπεριφορές επιδοκιμάζουμε, ποιες επιτυχίες μάς κάνουν υπερήφανους, πότε δείχνουμε απογοήτευση και ποιες πλευρές τους δυσκολευόμαστε περισσότερο να κατανοήσουμε.
Μέσα από αυτές τις εμπειρίες διαμορφώνεται και κάτι βαθύτερο: ο τρόπος με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται την αξία του μέσα στη σχέση. Κάπου εκεί μπορεί να εμφανιστεί ένα σιωπηλό ερώτημα:
«Χρειάζεται να είμαι κάπως συγκεκριμένα για να με αποδέχονται;»
Η αποδοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις στιγμές που η σχέση δοκιμάζεται: όταν το παιδί κάνει λάθος, αποτυγχάνει, θυμώνει, αντιδρά, παραβιάζει ένα όριο ή απογοητεύει έναν σημαντικό άνθρωπο.
Η συμπεριφορά μπορεί να χρειάζεται διόρθωση. Ένα όριο να παραμείνει σταθερό. Μια συνέπεια να είναι απαραίτητη και μια ευθύνη να αναληφθεί. Η αξία του παιδιού ως προσώπου παραμένει σταθερή μέσα σε όλα αυτά.
Έτσι μπορεί να αναγνωρίσει ότι έκανε λάθος χωρίς το λάθος να γίνεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Να βιώσει μια αποτυχία χωρίς να τη μετατρέψει σε απόδειξη ανικανότητας. Να χρειάζεται βοήθεια και να εξακολουθεί να εμπιστεύεται τις δυνατότητές του. Να απογοητεύσει έναν άνθρωπο που αγαπά και να αισθάνεται ασφαλές για τη θέση του στη σχέση.
Όταν η προσωπική του αξία δεν βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, γίνεται ευκολότερο να κοιτάξει με ειλικρίνεια και όσα χρειάζεται να αλλάξει. Να αναλάβει ευθύνη, να επανορθώσει, να προσπαθήσει ξανά.
Μπορεί να χρειάζεται διόρθωση, καθοδήγηση ή βοήθεια. Δεν χρειάζεται να κερδίσει τη θέση του στη σχέση.
Όρια που διατηρούν τη σχέση ασφαλή
Τα παιδιά χρειάζονται σαφή και σταθερά όρια. Μέσα από αυτά οργανώνεται η καθημερινότητά τους, γίνεται περισσότερο προβλέψιμο τι αναμένεται και αποσαφηνίζεται ποια ευθύνη ανήκει στο παιδί και ποια παραμένει στον ενήλικα.
Η αξία ενός ορίου βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο τίθεται.
Μπορεί να είναι σαφές χωρίς να ταπεινώνει, σταθερό χωρίς να απειλεί. Μπορεί να αναγνωρίζει το συναίσθημα που προκαλεί στο παιδί και να παραμένει σταθερό.
Το παιδί μπορεί να θυμώσει με ένα «όχι», να απογοητευτεί, να διαμαρτυρηθεί ή να χρειαστεί χρόνο για να το αποδεχτεί. Ο ενήλικας δεν χρειάζεται να εξαλείψει αυτή τη δυσαρέσκεια για να αισθανθεί ότι έθεσε σωστά το όριο. Μπορεί να παραμείνει σταθερός στην απόφασή του και διαθέσιμος στη σχέση.
Ένα «καταλαβαίνω πόσο πολύ το θέλεις» μπορεί να συνυπάρχει με ένα εξίσου καθαρό «η απάντησή μου παραμένει όχι».
Έτσι το παιδί συναντά μια σημαντική εμπειρία: μπορεί να διαφωνεί, να θυμώνει ή να απογοητεύεται και η σχέση να αντέχει. Μαθαίνει επίσης ότι η αναγνώριση του συναισθήματός του δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή της πραγματικότητας γύρω του.
Ένα σταθερό όριο μπορεί να λέει δύο πράγματα: «αυτό παραμένει» και «εγώ παραμένω εδώ».
Και όταν εμείς κάνουμε λάθος
Καμία σημαντική σχέση δεν εξελίσσεται χωρίς αστοχίες.
Θα υπάρξουν στιγμές που δεν θα ακούσουμε αρκετά. Που θα βιαστούμε να ερμηνεύσουμε, θα μιλήσουμε πιο απότομα απ’ όσο θα θέλαμε, θα επιμείνουμε εκεί όπου αργότερα θα καταλάβουμε ότι θα μπορούσαμε να είχαμε σταθεί διαφορετικά. Η ποιότητα της σχέσης με ένα παιδί δεν εξαρτάται από την απουσία τέτοιων στιγμών. Εξαρτάται και από το τι κάνουμε μετά.
Ο ενήλικας που μπορεί να επιστρέψει σε μια δύσκολη στιγμή και να πει «το σκέφτηκα ξανά», «δεν σε άκουσα όσο θα ήθελα», «εκεί έκανα λάθος» δεν χάνει τη θέση ή την ευθύνη του. Δείχνει στο παιδί ότι μια σχέση μπορεί να αντέξει την αστοχία, να την αναγνωρίσει και να συνεχίσει διαφορετικά.
Η επανόρθωση προσφέρει στο παιδί μια πολύτιμη εμπειρία σχέσης. Σε κάθε στενή σχέση μπορεί να υπάρξουν στιγμές στις οποίες οι άνθρωποι πληγώνουν, παρεξηγούν ή απογοητεύουν ο ένας τον άλλον. Μπορούν επίσης να επιστρέψουν σε αυτές, να αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί και να αποκαταστήσουν τη σύνδεση.
Μέσα από αυτές τις στιγμές το παιδί μπορεί να μάθει κάτι που θα χρειαστεί και στις μελλοντικές του σχέσεις: ότι ένα λάθος δεν χρειάζεται να καθορίζει την πορεία μιας σχέσης και ότι η ανάληψη ευθύνης μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για έναν διαφορετικό τρόπο συνέχειας.
Από το «Τα παιδιά δε ζητούν πολλά» στο σήμερα
Πριν από πολλά χρόνια, το πρώτο άρθρο του ΚΕΜΥΛΟ είχε τον τίτλο «Τα παιδιά δε ζητούν πολλά». Μιλούσε για χρόνο και χώρο, παιχνίδι και φαντασία, επικοινωνία, ασφάλεια, σεβασμό και αποδοχή.
Ο πυρήνας εκείνου του κειμένου παραμένει ζωντανός. Σήμερα μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτόν και να θέσουμε το ερώτημα διαφορετικά.
Ίσως το ουσιαστικότερο να μην είναι τι και πόσο ζητούν τα παιδιά από εμάς, αλλά τι είδους σχέσεις διαμορφώνουμε μαζί τους καθώς μεγαλώνουν.
Σχέσεις στις οποίες η φωνή τους έχει θέση και τα όρια παραμένουν καθαρά. Σχέσεις μέσα στις οποίες μπορούν να κάνουν λάθη, να απογοητεύονται, να διαφωνούν, να ζητούν βοήθεια και να ξαναπροσπαθούν, γνωρίζοντας ότι η θέση τους δεν βρίσκεται κάθε φορά υπό διαπραγμάτευση.
Δεν χρειάζεται να καταφέρνουμε κάθε στιγμή να ανταποκρινόμαστε ιδανικά. Χρειάζεται να παραμένουμε διαθέσιμοι να ακούμε, να επανεξετάζουμε, να αναγνωρίζουμε τα δικά μας λάθη και να επιστρέφουμε στη σχέση όταν κάτι ανάμεσά μας έχει δυσκολέψει.
Γιατί μέσα σε αυτές τις καθημερινές εμπειρίες το παιδί διαμορφώνει σταδιακά κάτι που θα το συνοδεύσει πολύ πέρα από την παιδική ηλικία: τι μπορεί να περιμένει από μια σχέση και ποια θέση πιστεύει ότι δικαιούται να έχει μέσα σε αυτήν.
ΚΕΜΥΛΟ
Τομέας Ψυχολογικής Υποστήριξης
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Brummelman, E., Thomaes, S., Walton, G. M., Poorthuis, A. M. G., Overbeek, G., Orobio de Castro, B., & Bushman, B. J. (2014). Unconditional regard buffers children’s negative self-feelings. Pediatrics, 134(6), 1119–1126. https://doi.org/10.1542/peds.2013-3698
Haines, J. E., & Schutte, N. S. (2023). Parental conditional regard: A meta-analysis. Journal of Adolescence, 95(2), 195–223. https://doi.org/10.1002/jad.12111
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist’s view of psychotherapy. Houghton Mifflin.

