Τα παιδιά βιώνουν τα συναισθήματά τους με ένταση και αμεσότητα που ξεπερνά κατά πολύ την ενήλικη εμπειρία. Αυτή η αμεσότητα συχνά δυσκολεύει τους γονείς να κατανοήσουν και να διαχειριστούν τις αντιδράσεις τους με αποτελεσματικό τρόπο. Η φυσική επιθυμία των γονέων είναι να προστατεύσουμε τα παιδιά και να περιορίσουμε τον πόνο τους, αλλά αυτό μπορεί να περιορίσει την αναγνώριση και αποδοχή των συναισθημάτων τους.
Το μήνυμα που άθελά μας μεταδίδουμε συχνά είναι ότι δεν είναι αποδεκτό τα παιδιά να βιώνουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Χαρακτηρίζουμε ή κρίνουμε τα συναισθήματά τους με εκφράσεις όπως «Είσαι επίμονος», οδηγώντας τα στο να καταπνίγουν τις εσωτερικές τους εμπειρίες και να αποφεύγουν την ανοιχτή επικοινωνία. Όταν εμφανίζουν ένταση ή θυμό, η συνήθης αντίδραση είναι να τα ρωτάμε «Γιατί;», σαν κάπως να μας ενοχλεί η ύπαρξη αυτών των συναισθημάτων. Η στάση αυτή γίνεται αντιληπτή όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στον τόνο της φωνής ή στο ύφος μας, περνώντας υποσυνείδητα το μήνυμα: «Σε ακούω, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που αισθάνεσαι, γιατί με δυσκολεύει». Συχνά, αυτή η αντίδραση οδηγεί τα παιδιά να αισθάνονται ενοχή, νομίζοντας ότι δεν δικαιούνται να νιώθουν όπως νιώθουν.
Αυτό που τα παιδιά χρειάζονται πραγματικά είναι να τα ακούμε ενεργητικά και με ενσυναίσθηση. Αρκεί να αναγνωρίζουμε και να ονοματίζουμε αυτά που αισθάνονται: «Στεναχωρήθηκες πολύ που ο συμμαθητής σου σε κορόιδεψε». Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί νιώθει ότι η εμπειρία του γίνεται κατανοητή και αποδεκτή, γεγονός που ενισχύει την αυτοεκτίμηση, την αυτορρύθμιση και την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας.
Η αυθεντική ακρόαση περιλαμβάνει και τη συμμετοχή μας ως γονείς. Μπορούμε να μοιραστούμε ως ένα βαθμό δικές μας εμπειρίες από την παιδική ηλικία, δείχνοντας ότι όλα τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά και ότι όλοι αντιμετωπίζουμε δυσκολίες. Αυτή η αυθεντικότητα δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον, μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να εξερευνήσει και να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του χωρίς φόβο ή ενοχή.
Ως γονείς, έχουμε συνηθίσει να προστατεύουμε τα παιδιά δίνοντάς τους λύσεις ή οδηγίες: «Μην στεναχωριέσαι, την επόμενη φορά μίλησε στη δασκάλα σου». Αν και η πρόθεση μοιάζει φροντιστική, συχνά περιορίζει την ικανότητά τους να κατανοήσουν και να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους σε βάθος. Η εμπιστοσύνη που τους δείχνουμε ενισχύει την ικανότητά τους να καταλήξουν τα ίδια σε λύσεις, μέσα από κατευθυντικές ερωτήσεις όπως: «Τι πιστεύεις ότι μπορείς να κάνεις την επόμενη φορά;». Με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται η αυτονομία, η κριτική σκέψη και η εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους, ενώ παράλληλα νιώθουν ότι τα συναισθήματά τους γίνονται αποδεκτά.
Όταν ακούμε με ενσυναίσθηση, αποδοχή και κατανόηση, επιτυγχάνεται κάτι μοναδικό: το παιδί νιώθει ότι το βλέπουμε, το ακούμε και το κατανοούμε πλήρως, με τα δυνατά του στοιχεία και με τις δυσκολίες του. Αυτή η εμπειρία δεν αποτελεί επικοινωνιακή δεξιότητα, αλλά είναι ένας ουσιαστικός τρόπος να σχετιζόμαστε με το παιδί. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται αμέσως την αυθεντικότητα αυτής της στάσης και η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται αποτελεί θεμέλιο για την ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη.
ΤΟΜΕΑΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΜΥΛΟ

