Μαθησιακές Δυσκολίες και ξένες γλώσσες

 

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες στα μαθήματα του σχολείου κάνουν τους γονείς να βλέπουν με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο να ξεκινήσουν μια ξένη γλώσσα. Από την στιγμή που παρουσιάζουν ελλείψεις στη μητρική τους γλώσσα, πώς θα τα καταφέρουν σε μια ξένη; Οι δισταγμοί αυτοί είναι λογικοί. Είναι πιθανό οι δυσκολίες να είναι τέτοιες που η ξένη γλώσσα να δυσχεράνει περαιτέρω τη μαθησιακή πορεία του παιδιού και να το κάνει να αντιμετωπίσει την ξένη γλώσσα ως ένα ακόμα μάθημα στο οποίο δεν είναι καλό και το οποίο δεν του αρέσει.

 

ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

Το Α και το Ω στην πορεία ενός μαθητή με Μαθησιακές Δυσκολίες, είναι η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις ικανότητές του. Όπως συμβαίνει με το σχολείο, έτσι και με την ξένη γλώσσα, το παιδί θα πρέπει να νιώσει πως και ο δάσκαλος και ο γονιός πιστεύουν ότι μπορεί να τα καταφέρει. Η αυτοεκτίμηση  παίζει καίριο ρόλο και για αυτό -και μέχρι το παιδί να αποκτήσει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση- πρέπει να ακολουθείται η ταχύτητα στην οποία μπορεί να ανταποκριθεί. Είναι πολύ πιθανό το παιδί να έχει ήδη έρθει σε μια πρώτη επαφή με την γλώσσα στο σχολείο, πράγμα που βέβαια δεν σημαίνει ότι βρίσκεται και στο αντίστοιχο επίπεδο. Πρέπει το μάθημα να ξεκινήσει σχεδόν από την αρχή, ρίχνοντας βάρος αρχικά στα πράγματα που ήδη γνωρίζει ή του φαίνονται πιο εύκολα, προκειμένου να νιώσει ότι πηγαίνει καλά και να αποβάλει την κακή εικόνα που συνήθως έχει για την ξένη γλώσσα. Η σταθερή επιβράβευση των επιτυχιών του του δίνει κίνητρο να τα καταφέρει καλύτερα ακόμα ακόμα και εκεί που δυσκολεύεται περισσότερο.

ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ Ή ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Σε μικρές pre-junior τάξεις, όπου όλο το μάθημα βασίζεται στον προφορικό λόγο και στην ακουστική κατανόηση, ο μαθητής με Μαθησιακές Δυσκολίες μπορεί να παρουσιάζει μια εξαιρετική μαθησιακή εικόνα. Όταν όμως ξεκινήσει η διδασκαλία ανάγνωσης και ορθογραφίας, η απόδοσή του είναι πιθανό να πέσει απότομα. Σε ορισμένες μάλιστα γλώσσες, όπως στα αγγλικά, που αυτό που το παιδί γράφει ή βλέπει γραμμένο απέχει πολύ από τον ήχο που ακούει, ενδέχεται να δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο.

Μέσα στο περιβάλλον μιας τάξης, λοιπόν, όπου ακολουθείτε συγκεκριμένη ταχύτητα, ο μαθητής με Μαθησιακές Δυσκολίες ίσως να μην μπορέσει να ανταποκριθεί επαρκώς σε όλα τα έργα, να συγκρίνει την επίδοσή του με αυτή των υπολοίπων μαθητών και να το αποτέλεσμα της σύγκρισης να καταφέρει πλήγμα στην αυτοεκτίμησή του. Είναι καλό η εκμάθηση της ξένης γλώσσας να είναι εξατομικευμένη, και εάν αυτό δεν είναι δυνατό, τότε στο πλαίσιο της τάξης ο δάσκαλος θα πρέπει να προβεί σε διαφοροποιημένη διδασκαλία, δηλαδή να παρουσιάζει με κατάλληλο τρόπο τη νέα ύλη, να αξιολογεί με διαφορετικό τρόπο και να προσαρμόζει τις εργασίες στις ιδιαίτερες μαθησιακές ανάγκες κάθε μαθητή.

ΣΥΧΝΕΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ – ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΥΛΙΚΟ

Ο μαθητής έρχεται σε επαφή με την ξένη γλώσσα μια ή δύο φορές την εβδομάδα, οπότε είναι ενδεχόμενο αυτά που θα μάθει στο ένα μάθημα να τα έχει ξεχάσει μέχρι το επόμενο. Για ένα μαθητή που αντιμετωπίζει Μαθησιακές Δυσκολίες αυτό είναι πιο έντονο. Οι συχνές και πολλές επαναλήψεις είναι, επομένως, απαραίτητες.

Παράλληλα, θα πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο οποιοδήποτε οπτικοακουστικό υλικό. Έτσι, λ.χ. όταν μαθαίνει τα ρούχα, μπορεί να ανοίγει την ντουλάπα του και να μαθαίνει βλέποντας ποιο είναι το παντελόνι, ποιο είναι το πουκάμισο κλπ, ενώ όταν μαθαίνει τα έπιπλα, μπορεί να κινείται στον χώρο του σπιτιού από έπιπλο σε έπιπλο. Γενικά, η εκμάθηση νέου λεξιλογίου θα πρέπει να συνοδεύεται από οπτική απεικόνιση του αντικειμένου, ώστε να γίνεται πιο εύκολα η αντιστοίχηση για το παιδί.

Πολύ σημαντική είναι, επίσης, η χρήση χρώματος, τόσο για την εκμάθηση της ορθογραφίας όσο και για την σύνταξη της πρότασης (π.χ. σε μια παράγραφο όλα τα ρήματα θα είναι πράσινα, όλα τα ουσιαστικά πορτοκαλί κλπ).

Τέλος, στην ανάθεση εργασιών είναι απαραίτητο να δίνονται σαφείς και απλές οδηγίες. Οτιδήποτε το παιδί δεν καταλαβαίνει, θα το δυσκολέψει και θα του προσφέρει μια ακόμα απογοήτευση.

 

Μπορεί λοιπόν ένα παιδί με Μαθησιακές Δυσκολίες να μάθει ξένες γλώσσες; Φυσικά και μπορεί! Χρειάζεται όμως προσαρμογή της διδασκαλίας στις ιδιαίτερες μαθησιακές ανάγκες του κάθε μαθητή. Και σημειώνεται με έμφαση πως κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και κάθε παιδί θα πρέπει να προσεγγίζεται με βάση τις μαθησιακές ιδιαιτερότητές του. Είναι σημαντικό να ακολουθείται ο ρυθμός του, να τονώνεται την αυτοπεποίθησή του και να γίνεται η ξένη γλώσσα ένα χρωματιστό και ευχάριστο παιχνίδι!

 

Χρυσάνθη Κουλελή

Καθηγήτρια Αγγλικών

ΚΕΜΥΛΟ

ΤΟΜΕΑΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ