Αποκατάσταση Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών


Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (ΕΜΔ) εμπίπτουν στις νευροαναπτυξιακές διαταραχές και σχετίζονται με συγκεκριμένες δυσκολίες σε βασικές γνωστικές και γλωσσικές διεργασίες, που είναι σημαντικές για την ομαλή ακαδημαϊκή εξέλιξη του παιδιού/εφήβου.

Οι ΕΜΔ δεν απορρέουν από χαμηλό νοητικό δυναμικό, αισθητηριακές βλάβες, πολιτισμική αποστέρηση ή ανεπαρκή διδασκαλία, αλλά οφείλονται σε διαφοροποιημένη εγκεφαλική επεξεργασία των πληροφοριών. Τα παιδιά με ΕΜΔ συχνά παρουσιάζουν δυσκολίες σε έναν ή περισσότερους γνωστικούς τομείς -παρά τη φυσιολογική ή και ανώτερη νοημοσύνη τους.

Παρότι το προφίλ δυνατοτήτων και αδυναμιών κάθε παιδιού/εφήβου με ΕΜΔ είναι διαφορετικό, οι συνηθέστεροι τομείς στους οποίους εμφανίζονται δυσκολίες είναι οι εξής:

  • Φωνολογική επίγνωση: δυσκολία στην ακουστική διάκριση των φωνημάτων, στην ανάλυση και σύνθεση των λέξεων σε φωνήματα και σε συλλαβές, στην παραγωγής ομοιοκαταληξίας κ.α.
  • Ταχεία αυτοματοποιημένη κατονομασία: (Rapid Automatized Naming – RAN): μειωμένη ικανότητα στην ταχεία και ακριβή ανάκληση λεκτικών ερεθισμάτων.
  • Ανάγνωση: συλλαβισμός, παύσεις, επαναλήψεις αρχικής συλλαβής ή/και ολόκληρων λέξεων, προσθήκη ή παράλειψη μικρών λέξεων, υπερπήδηση σειράς, παραλείψεις, προσθήκες, αντιστροφές και αντικαταστάσεις γραφημάτων ή συλλαβών, σύγχυση παρόμοιων λέξεων, παρατονισμοί, αργός ρυθμός, έλλειψη προσωδίας κ.α.
  • Κατανόηση και επεξεργασία κειμένου: δυσκολία ανταπόκρισης σε ερωτήσεις κλειστού και ανοιχτού τύπου, εξαιρετικά σύντομες απαντήσεις, νοηματικές παρανοήσεις, ασυνταξίες κ.α.
  • Ορθογραφία: φωνολογικά λάθη, καταληκτικά λάθη που αφορούν σε βασικούς κανόνες γραμματικής, θεματικά λάθη, ασταθής και απρόβλεπτη ορθογραφία.
  • Παραγωγή προφορικού λόγου: δυσκολία στην κατανόηση πολύπλοκων οδηγιών και στην ανάκληση κατάλληλων λέξεων, απλή σύνταξη, φτωχό λεξιλόγιο, αδυναμία δόμησης οργανωμένου και συνεκτικού λόγου κ.α.
  • Παραγωγή γραπτού λόγου: δυσκολία στη δομή του κειμένου, στην ιεράρχηση και ανάπτυξη ιδεών, στη λογική ακολουθία, στην εννοιολογική πληρότητα, στη συνοχή και συνεκτικότητα, στην επιλογή κατάλληλου λεξιλογίου και ύφους.
  • Ακουστική και οπτική επεξεργασία: ελλείμματα στη βραχύχρονη αποθήκευση και ανάκληση λεκτικών και οπτικών πληροφοριών, που επηρεάζουν την αποθήκευση, επεξεργασία και ανάκληση των ερεθισμάτων.
  • Συγκέντρωση της προσοχής και οργάνωση: δυσκολία στην εστίαση και διατήρηση της προσοχής για ικανό χρονικό διάστημα, στην εκτέλεση οδηγιών που απαιτούν διαδοχικά βήματα, στην οργάνωσης της μελέτης, στον καταμερισμό των καθημερινών ακαδημαϊκών υποχρεώσεων, στην αυτονόμηση κατά τη μελέτη.
  • Μαθηματικά: δυσκολία στην κατανόηση ποσοτικών σχέσεων, στην αυτοματοποίηση βασικών αριθμητικών πράξεων (πρόσθεσης, αφαίρεσης, πολλαπλασιασμού και διαίρεσης), στην κατανόηση αφηρημένων μαθηματικών εννοιών, στην εφαρμογή στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων κ.α.

Η αξιολόγηση είναι το πρώτο βήμα, για την κατανόηση των μαθησιακών αναγκών του παιδιού/εφήβου. Μέσω μιας εκτενούς και δομημένης διαδικασίας, που περιλαμβάνει τη χρήση σταθμισμένων και άτυπων εργαλείων, αναδεικνύεται το προφίλ δυνατοτήτων και αδυναμιών του κάθε παιδιού/εφήβου, το οποίο αποτυπώνει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει, επεξεργάζεται και αναπαράγει τις πληροφορίες. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κάθε παιδί/έφηβος έχει ένα μοναδικό προφίλ και γι’ αυτό είναι απαραίτητη την εξατομικευμένη προσέγγιση.

Με βάση το προφίλ δυνατοτήτων και αδυναμιών κάθε παιδιού/εφήβου διαμορφώνεται η μακροπρόθεσμη και βραχυπρόθεσμη στοχοθεσία, η οποία αποτελείται από εξατομικευμένους μετρήσιμους στόχους που αποτελούν τη βάση για το αποκαταστασιακό πρόγραμμα παρέμβασης. Η μαθησιακή παρέμβαση σχεδιάζεται με σκοπό την αξιοποίηση των υπαρχουσών δυνατοτήτων του παιδιού/εφήβου, προκειμένου να ενισχυθούν οι τομείς που χρήζουν βελτίωσης, ενώ ταυτόχρονα ενδυναμώνεται η μαθησιακή του αυτοεκτίμηση και η αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητάς του. Ενδεικτικά:

  • Στον τομέα της φωνολογικής ενημερότητας η παρέμβαση επικεντρώνεται στην ενίσχυση της ικανότητας αναγνώρισης και χειρισμού των φωνολογικών συστατικών της γλώσσας, μέσω δομημένων δραστηριοτήτων, όπως αντιστοίχιση φωνημάτων και γραφημάτων, φωνημική επίγνωση, επίγνωση ρίμας, ακουστική διάκριση φωνημάτων και οπτική διάκριση γραφημάτων.
  • Στην ταχεία αυτοματοποιημένη κατονομασία το αποκαταστασιακό πρόγραμμα στοχεύει στην ταχεία αναγνώριση και παραγωγή γλωσσικών ερεθισμάτων και στη συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ φωνολογικών και γραφηματικών μορφών, επιτρέποντας την πιο γρήγορη πρόσβαση στη μνήμη για την ανάκτηση αυτών των πληροφοριών, μέσω έργων που αξιοποιούν αλφαριθμητικά (π.χ. γραφήματα) και μη αλφαριθμητικά ερεθίσματα (π.χ. σχήματα).
  • Στην ανάγνωση, η παρέμβαση αρχικά επικεντρώνεται στην ενίσχυση της αποκωδικοποίησης, με στρατηγικές που ενισχύουν τη φωνολογική επίγνωση, ενώ δίνεται έμφαση στην οπτική αναγνώριση λέξεων υψηλής συχνότητας. Σε επόμενο στάδιο, το πρόγραμμα εστιάζει στην ανάπτυξη της αναγνωστικής ταχύτητας, ενώ σε μεταγενέστερη φάση δίνεται έμφαση στην καλλιέργεια της προσωδίας, δηλαδή των διακυμάνσεων της φωνής. Τα αναγνωστικά έργα έχουν αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας, καθώς από την ανάγνωση λέξεων προχωρούν σταδιακά σε προτάσεις, σε παραγράφους και εν τέλει σε κείμενα.
  • Στον τομέα της ορθογραφίας, αρχικά δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη της φωνολογικής ορθής γραφής, μέσω στρατηγικών, όπως η φωνητική αντιστοίχιση. Στην συνέχεια, η αποκατάσταση εστιάζει στην ενίσχυση της καταληκτικής γραφής, που αφορά στην αυτοματοποίηση και γενίκευση των βασικών γραμματικών κανόνων, με τεχνικές όπως η αντιστοίχιση λέξεων με κοινές καταλήξεις, ενώ σε επόμενο στάδιο, η έμφαση δίνεται στη θεματική ορθή γραφή, μέσω πολυαισθητηριακών τεχνικών.
  • Στην παραγωγή προφορικού και γραπτού λόγου σε επίπεδο περιγραφής, αφήγησης και επιχειρηματολογίας, η παρέμβαση αφορά στη δομή του κειμένου, στην οργάνωση και ιεράρχηση των ιδεών, στην επαρκή ανάπτυξή και κατάλληλη σύνδεσή τους. Έμφαση δίνεται στη σταδιακή οικοδόμηση της μορφοσυντακτικής επάρκειας, στη χρήση ποικίλων λεξιλογικών επιλογών και στη δόμηση κειμένων με συνοχή και συνεκτικότητα μέσω τεχνικών όπως οι οπτικοί οργανωτές.
  • Στις επιτελικές λειτουργίες η παρέμβαση εστιάζει στη μνήμη εργασίας, στη γνωστική ευελιξία και στην οργάνωση και ιεράρχηση πληροφοριών, που ενισχύουν την αυτορρύθμιση, τη μεταγνωστική επίγνωση και την αυτονόμηση. Η μνήμη εργασίας ενισχύεται με στρατηγικές όπως η ακουστική επανάληψη πληροφοριών με χρονική καθυστέρηση, η γνωστική ευελιξία με τεχνικές όπως η εναλλαγή μεταξύ διαφορετικών τύπων έργων και η ικανότητα οργάνωσης πληροφοριών με μέσα όπως λίστες αυτοελέγχου.

Συμπερασματικά, οι ΕΜΔ αντικατοπτρίζουν έναν εναλλακτικό τρόπο πρόσληψης, επεξεργασίας και οργάνωσης της γνώσης και χρήζουν διαφοροποιημένης προσέγγισης βάσει του προφίλ δυνατοτήτων και αδυναμιών κάθε παιδιού/εφήβου. Η αξιόπιστη και έγκαιρη αξιολόγηση, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ενός εξατομικευμένου, επιστημονικά τεκμηριωμένου προγράμματος παρέμβασης από εξειδικευμένο ειδικό παιδαγωγό, διαμορφώνει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική υποστήριξη της μαθησιακής πορείας και της συνολικής ακαδημαϊκής εξέλιξης του παιδιού/εφήβου.

Εάν απαιτείται ευρύτερη υποστήριξη, η συμβολή του ψυχολόγου ή άλλου εξειδικευμένου ειδικού κρίνεται απαραίτητη στο πλαίσιο της διεπιστημονικής προσέγγισης. Η συνέργεια μεταξύ σχολείου, οικογένειας και ειδικών επαγγελματιών είναι καθοριστικής σημασίας για την προαγωγή της ακαδημαϊκής πορείας και της ψυχοκοινωνικής εξέλιξης του παιδιού/εφήβου.